Skip navigation

Monthly Archives: Μαΐου 2009

Σήμερα η Λίζα αποφάσισε να βάλει κραγιόν.

«Βάλε λίγο κραγιόν μωρέ κι’ εσύ, δεν θα πάθεις και τίποτα», της έλεγε συνέχεια η κολλητή της όταν την έβλεπε θλιμμένη. Ήταν η ατάκα της, κάθε που την έβλεπε να μοναξιάζει, να αισθάνεται μόνη της, αγκόμενη 7 χρόνια τώρα. Δεν την έλεγες άσχημη τη Λίζα, ατσούμπαλη, ναι, την έλεγες, αλλά όχι άσχημη. Απεριποίητη, λίγο αγοροκόριτσο, άγριο νιάτο παρά τα 32 της χρόνια. Και μόνη της.

Η Λίζα δεν έβαζε κραγιόν ποτέ. Όχι γιατί π.χ προτιμούσε να είναι τα χείλη της φυσικά. Ο λόγος ήταν άλλος, λιγότερο σοβαρός ή και πολύ σοβαρός. Εξαρτάται από το αν πιστεύεις στα όνειρα ή όχι. 

Πριν κάποια χρόνια είχε δει ότι ήταν ντυμένη στα λευκά και φορούσε ένα κόκκινο κραγιόν και ήταν ξυπόλητη και είχαν βγει βόλτα με την κολλητή της. Και γνώρισε ένα όμορφο παιδί, τον Αλέξη. Και ο Αλέξης έσκυψε και τη φίλησε, εκεί, στο μπαράκι. Κι’ εκείνη έκλεισε τα μάτια της και αισθανόταν τόσο ωραία. Και μετά άνοιξε τα μάτια της και είδε μπροστά της τον πατέρα της, τον μακαρίτη, να κρατάει πάλι τη ζώνη του και να την τινάζει πάνω κάτω, να την κοιτάζει, με την κοκκινη φλέβα του πρησμένη στο μέτωπό του, και -το χειρότερο- να της χαμογελάει. 

Σήμερα η Λίζα αποφάσισε να φορέσει κραγιόν. Δεν μπορεί να φοβάται ακόμα ένα όνειρο που είδε πριν τόσο καιρό. Αυτόν, ναι, μπορεί να τον φοβάται ακόμα. Αλλά το όνειρο, όχι. 

Βγήκαν οι δυό τους, πήγαν Εξάρχεια. Η κολλητή της δεν της έκανε κανένα σχόλιο. Πρόσεξε το κραγιόν της, αλλά δεν είπε τίποτα. Έτσι είναι οι σωστές φίλες- φέρονται σχεδόν αντρικά σ’ αυτά τα πράγματα. Περνούσε η ώρα, ωραία περνούσαν, έπαιζε ωραία μουσική ο Φώτης. Ώσπου τον είδε, εκεί, στη γωνία του μπαρ. Την είδε κι’ εκείνος.

Πλησιάστηκαν, μύρισαν ο ένας τα χνώτα του άλλου χρησιμοποιώντας ως πρόφαση μερικές κλισαδούρες, αγγίχτηκαν διστακτικά, τάχαμου δώζμου τον αναπτηρα, α, ωραίο το δαχτυλίδι σου και τέτοια. Και μία ώρα μετά την ώρα που οι άμαξες γίνονται κολοκύθες, έσκυψε και τη φίλησε. Έκλεισε τα μάτια της και αισθανόταν τόσο ωραία. Μα τόσο ωραία. Δεν ήθελε να τα ανοίξει. Φοβόταν να τα ανοίξει.

«Πάμε να φύγουμε», του είπε με κλειστά τα μάτια.

«Έπαθες κάτι;», ανησύχησε εκείνος.

«Όχι. Πάμε να φύγουμε. Πιάσε με απ’ το χέρι να φύγουμε σιγά- σιγά».

Κρατιόταν από πάνω του. Παραπάτησε μια – δυο φορές, κατάφερε να βγει από το μπαρ. Την πρόφτασε η κολλητή της, όλα καλά, μην ανησυχείς, παίζουμε απλά, της είπε. Εντάξει, θα τα πούμε αύριο εκείνη. Λέμε να πάμε μετά με τα παιδιά σ’ ένα πάρτι στ0υ Ζωγράφου.

Όταν το πρωί άνοιξε επιτέλους τα μάτια της, το πρώτο πράγμα που είδε ήταν η ζώνη του, ακουμπησμένη με το παντελόνι του σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Το πρώτο πράγμα που ακουσε ήταν ο ήχος του τηγανιού- της έφτιαχνε πρωινό. Το πρώτο πράγμα που μύρισε ήταν δυο ντουζίνες δερμάτινα χρόνια με αγκράφες.  Βρήκε το τσαντάκι της, έβγαλε το κραγιόν της και έβαψε όλο της το πρόσωπο. Κόκκινο. Αν την έβλεπε έτσι και του άρεσε ακόμα, τότε, ναι, άξιζε. 

Τα αβγά ήταν μάτια και τα μάτια της χαμογελαστά.

Advertisements