Skip navigation

Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2009

1996, καθόμουν στο Σύνταγμα στα Everest απόγευμα, όταν μια μεσόκοπη κυρία, κάμποσο φτιασιδωμένη με χρυσά και τσάντες στα χέρια της γλίστρησε κι έπεσε ατσούμπαλα. Προσπάθησα να κρατήσω τα γέλια που έφτασαν μέχρι τα χείλη μου. Μια κοπέλα που καθόταν δίπλα μου δεν μπόρεσε – το γέλιο της αφού πρώτα κοκκίνισε τα μάγουλα της, μεταδόθηκε στα γύρω τραπεζάκια. Η μεγαλοκυρία προσπαθούσε νευρικά να μαζέψει από το πάτωμα τις τσάντες και την αξιοπρέπεια της . 
Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν συνωμοτικά. Πέρασαν μερικές στιγμές σιωπής. Έπρεπε να φανώ αποφασιστικός. Η ατάκα που διάλεξα για να ανοίξω συζήτηση μου φάνηκε τότε πολύ έξυπνη. Όσο περνάν τα χρόνια τόσο την πιο ηλίθια την βρίσκω. Ίσως την βρήκε και εκείνη ηλίθια, όμως δεν μου το είπε ποτέ. 
«Έκανες ευχή;»
«Τι ευχή;» ρώτησε ξαφνιασμένη. Η φωνή της ήταν γλυκιά, ταιριαστή με το παρουσιαστικό της.
«Ξέρεις έχω σταματήσει να κάνω ευχές όταν πέφτουν άστρα. Τις κάνω όταν πέφτουν άνθρωποι.»
«Και γιατί παρακαλώ;» 
«Γιατί συμβαίνει συχνότερα.»

Advertisements